Αγ. Νεκτάριος – Αίγινα

6

Τα πρώτα χρόνια της ζωής του         

     Γεννήθηκε την 1η Οκτωβρίου του 1846 στην Σηλυβρία της Ανατολικής Θράκης κι έλαβε το όνομα Αναστάσιος. Οι γονείς του ήταν ο Δημοσθένης Κεφαλάς και η Βασιλική Κεφαλά. Η πολύτεκνη οικογένειά του ήταν πολύ φτωχή και ο Άγιος σε ηλικία δεκατεσσάρων χρονών, αφού τελείωσε το Δημοτικό και το Σχολαρχείο, έφυγε για την Κωνσταντινούπολη. Εκεί δούλεψε σε ένα καπνοπωλείο με μόνη αμοιβή στέγη και τροφή. Μέσα στις δύσκολες συνθήκες και την κακομεταχείριση που βίωνε, βρήκε καταφύγιο και παρηγοριά στη μελέτη και στην προσευχή. Από παιδί είχε τόσο δυνατή και απλή πίστη, που μιλούσε στον Θεό και ο ουρανός κατέβαινε στη γη.

Παιδαγωγός και μοναχός στη Χίο

    Το 1868 σε ηλικία είκοσι ετών φεύγει από την Πόλη και πηγαίνει στη Χίο, όπου υπηρετεί ως γραμματοδιδάσκαλος στο Λιθί έως το 1873. Έπειτα πηγαίνει στη Νέα Μονή και μετά από τριετή δοκιμασία λαμβάνει στις 7 Νοεμβρίου 1876 το αγγελικό σχήμα με το όνομα Λάζαρος. Στις 15 Ιανουαρίου 1877 χειροτονείται διάκονος από τον Μητροπολίτη Χίου Γρηγόριο και μετονομάζεται σε Νεκτάριο. Στη Χίο φοιτά στο Γυμνάσιο, αλλά ο σεισμός του 1881 τον αναγκάζει να έρθει στην Αθήνα, όπου παίρνει το απολυτήριό του από το Βαρβάκειο Λύκειο.

Η χειροτονία στην Αλεξάνδρεια και ο διωγμός του

    Το 1881 ταξιδεύει στην Αλεξάνδρεια. Ο Πατριάρχης Σωφρόνιος τον παροτρύνει να σπουδάσει στο Πανεπιστήμιο, κάτι που γίνεται εφικτό με την οικονομική υποστήριξη των αδελφών Χωρέμη.

Στις 23 Μαρτίου του 1886 χειροτονείται Πρεσβύτερος και λίγο αργότερα χειροθετείται Μέγας Αρχιμανδρίτης και Πνευματικός και τοποθετείται στην Πατριαρχική Αντιπροσωπεία Καΐρου. Εργάζεται συνεχώς με ζήλο και αυταπάρνηση. Η Εκκλησία της Αλεξανδρείας τον αμείβει με το ύπατο αξίωμα. Στις 15 Ιανουαρίου του 1889 χειροτονείται Μητροπολίτης Πενταπόλεως. Ως Μητροπολίτης συνέχισε να ασκεί τα ίδια καθήκοντα, χωρίς μάλιστα να πληρώνεται, λόγω της δεινής οικονομικής κατάστασης του Πατριαρχείου. Οι αρετές του Αγίου διαδόθηκαν παντού και όλοι μιλούσαν με θαυμασμό για το θησαυρό που τους χάρισε ο Θεός. Όμως ο δημιουργός της κακίας δεν άργησε να κάνει την εμφάνισή του.

     Κάποιοι φιλόδοξοι κληρικοί που είχαν εισχωρήσει στο περιβάλλον του ενενηντάχρονου Πατριάρχη διέβαλαν τον Άγιο ότι δήθεν ξεσηκώνει το λαό και επιδιώκει να αναλάβει τον Θρόνο της Αλεξανδρείας. Μάλιστα υπαινίχθησαν και ηθικές παρεκτροπές του Αγίου Νεκταρίου. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την παύση του Αγίου από τη Διεύθυνση του Πατριαρχικού Γραφείου. Του επέτρεπαν μόνο να λαμβάνει μέρος τροφής στην κοινή τράπεζα μετά των ιερέων και να διαμένει στο οίκημα της Πατριαρχικής Επιτροπείας. Λίγο καιρό μετά αποπέμπεται από την Αίγυπτο με την αιτιολογία “μη δυνηθείς να εξοικειωθή προς το κλίμα της Αιγύπτου“. Κι έτσι το ψέμα συμπλήρωσε την συκοφαντία.

    Την αδικία αυτή τη δέχτηκε ο Άγιος Νεκτάριος ως δοκιμασία με πολλή ευχαριστία προς τον Κύριο. Χρειάστηκε να περάσει περισσότερο από ένας αιώνας, για να αποκατασταθεί η αλήθεια. Στις 9 Νοεμβρίου 1998, ο αείμνηστος Πατριάρχης Αλεξανδρείας Πέτρος ο Ζ΄ επισκέφθηκε το μοναστήρι της Αγίας Τριάδος στην Αίγινα και στη διάρκεια επίσημης τελετής ζήτησε μεταθανατίως συγγνώμη από τον Άγιο Νεκτάριο, Μητροπολίτη Πενταπόλεως, για την άδικη απόφαση του Πατριαρχείου το 1890.

Ιεροκήρυκας στην Ελλάδα

    Αναχωρώντας ο Άγιος από την Αίγυπτο, ήρθε στην Αθήνα χωρίς χρήματα, απογοητευμένος, αναζητώντας εργασία και αδυνατώντας να πληρώσει ακόμη και το ενοίκιό του. Πείνασε πολύ ο Άγιος Νεκτάριος και έζησε με πολλές στερήσεις, αρκούμενος στη βοήθεια των φτωχών γειτόνων του. Μετά από αγώνες καταφέρνει να πάρει μία θέση ιεροκήρυκα στην Φθιώτιδα και στην Εύβοια, όπου διακόνησε για τέσσερα χρόνια συνολικά. Ο Επίσκοπος, έγινε ένας απλός ιεροκήρυκας, δεχόμενος πολλάκις την περιφρόνηση και τα ειρωνικά σχόλια των ανθρώπων.

Διευθυντής στη Ριζάρειο Σχολή

   Τον Μάρτιο του 1894 αναλαμβάνει τη διεύθυνση της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής. Μέχρι εκείνη τη στιγμή η Σχολή κινδύνευε να διαλυθεί. Ο Άγιος εργάζεται με αυταπάρνηση και πετυχαίνει να αναμορφώσει κυριολεκτικά τη Σχολή, αποδεικνύοντας όχι μόνο πόσο καλός κληρικός ήταν, αλλά και πόσο μεγάλες οργανωτικές δυνατότητες διέθετε. Με το παράδειγμά του διδάσκει έμπρακτα στους μαθητές του την ταπείνωση και την πραότητα, μέσα σε μια άθλια κατάσταση από άποψη ήθους, μεταξύ ημιαθεΐας και δυτικοπληξίας.

    Ποικίλες οι αντιξοότητες που προέρχονταν από την φύση του παιδαγωγικού έργου, από την απιστία των καιρών, από επεμβάσεις του Συμβουλίου της Σχολής, αλλά και από την ποικιλία προέλευσης των μαθητών (στη Σχολή φοιτούσαν και παιδιά πολλών ευπόρων αθηναϊκών οικογενειών, που δεν ενδιαφέρονταν να ιερωθούν, αλλά μαθήτευαν σε αυτή λόγω του υψηλού επίπεδου της). Εντούτοις, ο Άγιος διηύθυνε το σημαντικότερο, μετά τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, εκκλησιαστικό εκπαιδευτήριο για δεκατέσσερα συνεχή χρόνια, χωρίς ποτέ να απουσιάζει από την θέση του, με αγάπη Χριστού, με πατρική στοργή, πολλή φρόνηση και προσευχή διαρκή, προκειμένου να επιτύχει την αποστολή του.

    Αναφέρεται πως όταν ένας μαθητής έκανε κάποιο σοβαρό παράπτωμα, ο Άγιος θεωρούσε τον εαυτό του υπεύθυνο, προσευχόταν εκτενώς και υποβαλλόταν σε αυστηρή νηστεία. Το μέτρο αυτό είχε επίδραση στους ευαίσθητους μαθητές, οι οποίοι συνήθως μεταμελούνταν και απέφευγαν να επαναλάβουν τις αταξίες τους. Αλλά και όταν ήταν αναγκασμένος να επιβάλει κάποια ποινή, στεναχωριόταν πολύ, ιδίως μάλιστα όταν έβλεπε πολλοί σημαίνοντες να παρεμβαίνουν υπέρ αυτών. Είχε μια απεριόριστη εσωτερική ανεκτικότητα και μεγαλοψυχία, με την οποία κατόρθωσε να διορθώσει τις ανωριμότητες των νέων, χωρίς να τραυματίσει την ψυχή τους. Και κάποιος άλλος μαθητής του έλεγε με θαυμασμό για τον Άγιο, ότι ανεχόταν ακόμη και να κοροϊδεύεται μερικές φορές και μολονότι διαισθανόταν πως του λένε ψέματα, δεν επενέβαινε βίαια, αυταρχικά, πιεστικά, για να διορθώσει τον αμαρτάνοντα. Αυτή η αγάπη και η εκτίμηση προς τα ανώριμα ακόμα παιδιά, τα έφερνε λίγο αργότερα σε αυτοσυναίσθηση του σφάλματος, σε μετάνοια και οριστική και ειλικρινή διόρθωση. Ήθελε να μην πληγώσει, να μην τσαλαπατήσει, να μην σταυρώσει με τιμωρίες τα παιδιά του, αλλά να τα ανυψώσει, να τα αναπτερώσει, να τα εμψυχώσει με τη μέθη της δικής του εν Χριστώ αγάπης. Είχε βιώσει βέβαια αυτό που  λέγει ο πρύτανις των ασκητών πατέρων άγιος Ισαάκ ο Σύρος, ότι η αγάπη είναι μέθη ψυχής και έχει την δύναμη να μεθύσει και τους γύρω.

    Κάποιος άλλος μαθητής του, ο Ν. Λούβαρης, θυμάται ότι προτιμούσε ο ίδιος να υποβάλλεται σε ασκήσεις, για παράδειγμα σε νηστεία, για να μην τιμωρήσει κάποιον ανώριμο μαθητή, όταν η διάκριση, που άφθονη είχε, τον πληροφορούσε, ότι η τιμωρία θα δημιουργήσει απωθημένη εμπάθεια ή ψυχολογικά τραύματα. Και δεν πρέπει ένας ποιμένας, ένας ταγός να κατατρύχεται από ψυχολογικά προβλήματα, που μπερδεύουν τους γύρω του, και εξουθενώνουν τις ψυχές.

Όπως γράφει ο Ηλ. Λιαμής, ο Άγιος Νεκτάριος έλεγε: «Δεν υπήρξε διακόνημα, ακόμη και -ας την πούμε- ‘ανάρμοστη’ για τη θέση μου χειρωνακτική εργασία, που να υπέδειξα σε μεγάλο ή μικρό, πριν με δει να καταπιάνομαι πρώτος εγώ. Πολλές μεθόδους είχα δοκιμάσει, τίποτα όμως δεν βρήκα πιο αποτελεσματικό από το παράδειγμα»!

Στον Ναό του Αγίου Γεωργίου της Ριζαρείου Σχολής, απέναντι από τον Ευαγγελισμό, εκεί όπου λειτουργούσε ο Άγιος Νεκτάριος, υπάρχει σήμερα το στασίδι του.

Το έργο του, όμως, δεν φάνηκε μόνο στη Σχολή. Κήρυττε τόσο στις ενορίες των Αθηνών, αλλά και στον Πειραιά. Και όπου πήγαινε, πλήθη λαού προσέτρεχαν στο Ναό που λειτουργούσε και ομιλούσε, για να τον ακούσουν και να ωφεληθούν ψυχικά. Κι όλα αυτά γίνονταν, επειδή η ζωή του Αγίου ήταν σύμφωνη με τα λόγια του. Δεν έλεγε άλλα και έπραττε άλλα. 

    Ως άνθρωπος και ο ίδιος, που δοκίμαζε θλίψεις και έξωθεν μάχας, έσωθεν φόβους, είχε ανάγκη από πνευματικό ανεφοδιασμό και στήριξη. Το 1898 ταξίδεψε για πρώτη φορά στο Άγιο Όρος, όπου συνδέθηκε με Άγιες μορφές του μοναχισμού, έπειτα πήγε στην Κων/πολη, στη γενέτειρά του Σηλυβρία και στην Τήνο.

Η Ιερά Μονή Αγίας Τριάδος στην Αίγινα

    Το 1904 ιδρύει το μοναστήρι της Αγίας Τριάδος στην Αίγινα και παραιτείται από τη διεύθυνση της Ριζαρείου Σχολής. Αφοσιώνεται στην καθοδήγηση των μοναχών, στην ανοικοδόμηση της μονής, στη συγγραφή και στην πνευματική και οικονομική στήριξη των αδυνάτων κατοίκων του. Οι δοκιμασίες όμως δεν σταμάτησαν. Για ποικίλους λόγους η επίσημη αναγνώριση της μονής δεν ήλθε, παρά μόνο όταν ο Άγιος είχε κοιμηθεί. Αρνητικό ήταν και το κοινωνικό-πολιτικό κλίμα της εποχής που μισούσε τα μοναστήρια, επηρεασμένο από το βαυαρικό επιτελείο που είχε εγκατασταθεί στην Ελλάδα και προσπαθούσε να την εκπολιτίσει. Δεν μπορούσαν με κανένα τρόπο να χωνέψουν πώς ο Διευθυντής της Ριζαρείου καταντά στον καλογερικό τρόπο ζωής.

    Σε ηλικία 72 ετών ο Άγιος συκοφαντείται άσχημα για μια ακόμη φορά. Κατηγορήθηκε για ανηθικότητα από τη μητέρα μίας κοπέλας που θέλησε να μονάσει στο μοναστήρι. Ο δικαστικός, στον οποίο ανατέθηκε η υπόθεση, φέρθηκε με πρωτοφανή αγένεια, ύβρεις και απειλές κατά του Αγίου Νεκταρίου, ώσπου να αποδειχθεί η αθωότητά του. Όλες αυτές τις δοκιμασίες ο Άγιος τις βίωνε με απόλυτη εμπιστοσύνη στο Θεό. Είναι χαρακτηριστικό πως μία από τις προσφιλείς ασχολίες του ήταν η φιλοτέχνηση σταυρών στους οποίους έγραφε “Σταυρός μερίς του βίου μου“. Οι Πατέρες της Εκκλησίας μας, υποστηρίζουν ότι το πλέον αφόρητο μαρτύριο για έναν αθώο είναι η συκοφαντία. Και την επιτρέπει ο Κύριος στους δικούς του για μείζονα τελείωση και ουράνια δόξα.

Συγγραφικό έργο

    Μεγάλο υπήρξε επίσης και το συγγραφικό του έργο, το οποίο ξεκίνησε από τη νεαρή του ηλικία. Έγραψε σπουδαιότατες θεολογικές μελέτες, δογματικά, ηθικά, κατηχητικά, διδακτικά και ποιητικά έργα. Μόνο για την Παναγία αφιέρωσε 5000 στίχους στην ποιητική του συλλογή “Θεοτοκάριον”. Ως υποστηρικτής της γνήσιας ορθοδόξου ελληνικής παιδείας, τονίζει στους συγχρόνους του- «Θρησκεία χωρίς παιδεία οδηγεί στη δεισιδαιμονία, ενώ παιδεία χωρίς θρησκεία οδηγεί στην ασέβεια και την αθεΐα».

Ο Άγιος Νεκτάριος και η Ελληνική φιλοσοφία

«…μόνον το έθνος το Ελληνικόν έμεινε      

ως πρόσωπο δρων επί της παγκοσμίου σκηνής,

καθ’ όλους τους αιώνας, και τούτο διότι

η ανθρωπότης δείται αιωνίων διδασκάλων.»

(Αγ. Νεκταρίου, Ιερών & Φιλοσοφικών Λογίων Θησαύρισμα)

    Ο Έλληνας, κατά τον Άγιο Νεκτάριο, γεννήθηκε κατακτητής του πνεύματος, δεν ζήτησε δούλους, αλλά ελεύθερους. Αυτό αγάπησε και η θεία αυτή αγάπη έγινε ελατήριο όλων των ορμών του, μορφώνοντας και τον εθνικό του χαρακτήρα, που διέμεινε αναλλοίωτος. Ο εθνικός χαρακτήρας του Έλληνα ήταν αδύνατον να μην ενθουσιαστεί από τις αρχές του χριστιανισμού και να μην τον υποστηρίξει με τους αγώνες και το αίμα του. Ο χριστιανισμός, γράφει ο Άγιος Νεκτάριος, ήταν αγάπη και επαγγελλόταν να διδάξει τους ανθρώπους την αλήθεια με την τέλεια και πλήρη της μορφή, να ενισχύσει και ανυψώσει την φιλοσοφία στην ύψιστή της περιωπή, να της αποκαλύψει τα μυστήρια που μένουν σ’ αυτήν καλυμμένα, να παράσχει τη λύση των αιωνίων προβλημάτων, να άρει την αχλύ από τον νου των ανθρώπων, να ερμηνεύσει τα αισθήματά τους, να τους διδάξει καθετί που επιθυμούσαν να μάθουν και να γνωρίσουν, να τους ξυπνήσει και απαλλάξει από τη δεισιδαιμονία, να συνδέσει την ανθρωπότητα με το δεσμό της αδελφικής αγάπης και να την οδηγήσει προς τον Θεό.

    Η υγιαίνουσα φιλοσοφία, κατά τον άγιο Ιεράρχη, είναι έργο της θείας οικονομίας και με τη βοήθειά της ο άνθρωπος διδάχτηκε τις ηθικές αρετές και συνέλαβε τις θείες ιδιότητες, για να μπορέσει να εξομοιωθεί με τον Θεό.

   Η Ελληνική φιλοσοφία όμως, δεν ήταν και δεν μπορούσε να αποβεί ο σκοπός και το τελικό όριο του πνευματικού βίου του ανθρώπου. Ήταν «συναίτιον αίτιον και συνεργός και αιτία καταλήψεως της αληθείας, ουχί δε αυτή η αλήθεια». Στην καρδιά του ανθρώπου παρέμενε πάντοτε κενό, το οποίο η Ελληνική φιλοσοφία δεν μπορούσε όχι μόνο να καλύψει, αλλά, αντίθετα, το μεγένθυνε, διότι έβρισκε, βέβαια, τον Θεό στα δημιουργήματα και ανέπτυσσε στον άνθρωπο την αγάπη προς Αυτόν, αδυνατούσε όμως να Τον προσπελάσει, να Τον εγκολπωθεί, να Τον δει πρόσωπο προς πρόσωπο, για να πιστέψει. Το πνεύμα και η καρδιά του ανθρώπου απαιτούσε απόδειξη της αλήθειας της διδασκαλίας της, δεν του αρκούσε και δεν πειθόταν να οικοδομήσει τη ζωή του  απλά και μόνο με υγιείς και ηθικές θεωρίες, με ωραίες ιδέες. Και η απόδειξη, λέει ο Άγιος Νεκτάριος, έλειπε, διότι η Ελληνική φιλοσοφία δεν είχε τη μεγαλουργό δύναμη που πείθει και με λόγια και με έργα, διότι στερούνταν τη Θεία Αποκάλυψη που επαναπαύει τις ψυχές των ανθρώπων. Έτσι, ναυάγησε, ευθύς μόλις απέπλευσε, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει στην κατακλείδα της μελέτης του, προσκρούοντας σ’ αυτόν τον σκόπελο της αδυναμίας της να αποδείξει την αλήθεια της διδασκαλίας της, να βεβαιώσει και να πείσει γι’ αυτήν. Η ανθρωπότητα ζητούσε Θεία Αποκάλυψη, είχε ανάγκη Θείου διαπλάστη,  που η φιλοσοφία τα στερούνταν.

    Η Ελληνική σοφία απλά προετοίμασε και οδήγησε την ανθρωπότητα να βρει αυτά στον χριστιανισμό, στην πίστη δηλαδή τη θεμελιωμένη στην Θεία Αποκάλυψη. Ήταν η προπαίδεια και ο ποδηγέτης στον χριστιανισμό.

Η Κοίμηση του Αγίου

   Η υγεία του Αγίου ήταν πάντα εύθραυστη. Από τις αρχές του 1919 η πάθηση του προστάτη άρχισε να επιδεινώνεται. Μετά από παράκληση των μοναχών εισάγεται στις 20 Σεπτεμβρίου στο Αρεταίειο Νοσοκομείο των Αθηνών, όπου νοσηλεύτηκε ως άπορος για πενήντα ημέρες. Την Κυριακή 8 Νοεμβρίου του 1920 προς το μεσονύκτιο,  σε ηλικία 74 ετών, παρέδωσε πλήρης ουρανίου γαλήνης την μακαρία ψυχή του στα χέρια του ζώντος Θεού, τον οποίο αγάπησε και δόξασε σε όλη τη διάρκεια του βίου του. Το τίμιο λείψανο του Αγίου ευωδίαζε και ανέβλυζε μύρο από το πρόσωπό του. Μαρτυρείται, μάλιστα, ότι αμέσως μετά την κοίμησή του συνέβη και το πρώτο θαύμα του Αγίου. Όταν οι νοσοκόμες που ετοίμαζαν το άγιο λείψανό του, απέθεσαν τη φανέλα του στο διπλανό κρεβάτι, ο παράλυτος ασθενής περπάτησε. Το δωμάτιο του Αγίου Νεκταρίου στο Αρεταίειο Νοσοκομείο διατηρείται μέχρι σήμερα και είναι γεμάτο με λουλούδια και εικόνες του. Σύμφωνα με την επιθυμία του το σκήνωμά του μεταφέρθηκε στο μοναστηράκι του στην Αίγινα, όπου εψάλη η εξόδιος ακολουθία και ετάφη εν συρροή κλήρου και λαού.

    Ο τάφος του ανοίχτηκε επανειλημμένα και για τριάντα και πλέον έτη το ιερό του σκήνωμα έμεινε άφθαρτο. Αργότερα διαλύθηκε, κατά παραχώρηση του Θεού, για να δοθούν τεμάχια παντού, επειδή και εν ζωή η αγκαλιά του ήταν τόσο πλατιά, που χωρούσε όλο τον κόσμο. Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1953 έγινε η ανακομιδή των χαριτόβρυτων λειψάνων του, υπό του Μητροπολίτη Ύδρας Προκοπίου, παρισταμένων και άλλων κληρικών, μοναχών και πλήθους λαού. Μια άρρητη ευωδία πλημμύρισε την περιοχή. Η επίσημη αναγνώρισή του ως Αγίου έγινε το 1961 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η μνήμη του τιμάται την 3η Σεπτεμβρίου (ανάμνηση ανακομιδής των Αγίων Λειψάνων του) και ιδιαιτέρως την 9η Νοεμβρίου (ανάμνηση της κοιμήσεώς του). Τα ιερά του λείψανα βρίσκονται στην ιερά Μονή της Αγίας Τριάδας στην Αίγινα, η οποία είναι παγκόσμιο πλέον προσκύνημα.

Όντως ο Άγιος Νεκτάριος είναι ο Άγιος του αιώνα μας και όλων των αιώνων, ο γλυκύς, ο πράος, ο ανεξίκακος, ο ταπεινός και γι’ αυτό έλαβε και λαμβάνει τόση χάρη από τον Κύριο.

Κάθε ευλογημένη από τον Άγιο ψυχή,

νιώθω πως μοιάζει με το κίτρινο λουλούδι

που φυτρώνει στο νησί των Κυθήρων

και δεν μαραίνεται ποτέ.

Οι ντόπιοι το λένε

“sempreviva” (σέμπρε βίβα),

που θα πει…

ΖΩΝΤΑΝΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ.

Ε Τ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΡΩΜΝΙΟΥ ΑΘΗΝΑΣ

6 8 7

19 9 10 11 12 14 15 16 17 18

Πηγή

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο… enromiosini.gr


Διαβάστε επίσης!

loading...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *