Διεύθυνση φωτογραφίας

Η ταινία στο σινεμά ήταν ωραία, αν και την είδα τόσο καθυστερημένα, ίσα που πρόλαβα την τελευταία ημέρα προβολής… Δεν ήταν πρωτότυπη, είχα δει την ίδια υπόθεση ξανά, με άλλον πρωταγωνιστή και άλλους δεύτερους ρόλους -ήταν το «Εγκλημα στο Οριάν Εξπρές».

Τώρα με τον Κένεθ Μπράνα, τότε με τον Ντέιβιντ Σάτσετ. Και δεν χρειάστηκε να κάνω συγκρίσεις. Και γιατί δεν είμαι κριτικός κινηματογράφου και ίσως επειδή διαφορετικοί, αλλά πραγματικά καλοί ηθοποιοί, σε πρώτους και δεύτερους ρόλους, στο δικό μου μυαλό δεν μπορούν να μπουν στο ζύγι.

Εφυγα από το σινεμά χορτάτη, κυρίως με γεμάτο βλέμμα, πόσες εικόνες θυμόμουν ώρες μετά, ίσως όλο το φιλμ. Αλλά δύο μου εντυπώθηκαν τόσο, ώστε τις σκεφτόμουν και την επόμενη ημέρα.

Η ταινία κλείνει με το τρένο να απομακρύνεται μέσα στο χιονισμένο δειλινό και ο κατάλευκος καμβάς του τοπίου έχει βαφτεί με χρώματα κίτρινα και ρόδινα και ιώδη, τόσο περιγραφικά στην ομορφιά τους που μοιάζουν με πίνακα των ιμπρεσιονιστών –όπως του Μονέ που αγαπούσε τα τρένα-, σαν αυτούς που με κάνουν να ονειρεύομαι χειμώνες που μόνο κοντά στη φύση μπορείς να ζήσεις και να απολαύσεις.

Εκείνα τα παγωμένα σούρουπα, που ξέρεις ότι θα φέρουν ακόμη πιο κρύες νύχτες και πάγο, αλλά δεν θέλεις να μπεις μέσα πριν χαθεί και η τελευταία υπόνοια φωτός, πριν γίνει γαλάζιο σταχτί και το τελευταίο ροδί στο περιβάλλον.

Το τρένο χάνεται. Ταξιδεύει προς τον τελικό του προορισμό μεταφέροντας δώδεκα πονεμένους αμαρτωλούς, που αυτοδίκησαν γιατί δεν (;) είχαν άλλο τρόπο να αντιμετωπίσουν τον πόνο που τους προκάλεσε ένα έγκλημα, χρόνια πριν.

Ενα έγκλημα στυγερό, που κατέστρεψε πολλούς ανθρώπους και εξώθησε και τους ίδιους στο έγκλημα. Και τότε, ενώ το τρένο έχει χαθεί και το θλιμμένο τραγούδι των τίτλων σε συνοδεύει στην έξοδο, σε χτυπά σαν κεραυνός μια σκηνή λίγο πριν από το τέλος, την ώρα που ο δαιμόνιος ντετέκτιβ λύνει το μυστήριο.

Οι δώδεκα εγκληματίες, αυτοί που πήραν τον νόμο στα χέρια τους για να αποδώσουν δικαιοσύνη με καθυστέρηση χρόνων, κάθονται σε ένα τραπέζι κάτω από τη σκοτεινή σήραγγα του τρένου και περιμένουν την ετυμηγορία, φορώντας σκούρα χρώματα.

Ενας μυστικός δείπνος, ένας πίνακας ζωγραφικής, που θα μπορούσε να έχει φιλοτεχνηθεί από τον μάστορα Λεονάρντο Ντα Βίντσι. Ακόμη και η μακριά καστανή κόμη που αποκαλύπτεται κάτω από την ξανθιά περούκα της Μισέλ Φάιφερ, της οργανώτριας του εγκλήματος που κάθεται στο κέντρο, θυμίζει ανατριχιαστικά το έργο του ιδιοφυούς ζωγράφου.

Δώδεκα αμαρτωλοί άνθρωποι, τόσο διαφορετικοί μεταξύ τους και τόσο ίδιοι στον πόνο τους και στην αναζήτηση της λύτρωσης. Αναρωτιόμουν ποιος ήταν ο εμπνευστής αυτής της ιδέας: ο σκηνοθέτης Κένεθ Μπράνα ή ο σπουδαίος Κύπριος διευθυντής φωτογραφίας Χάρης Ζαμπαρλούκος. Σίγουρα, η συνεργασία των δύο απέδωσε αυτό το αποτέλεσμα, που είναι ένας από τους λόγους για να θυμάμαι την ταινία –και πιθανώς για να περιμένω την επόμενη, το «Εγκλημα στον Νείλο». Μαζί με το γεγονός ότι μου αρέσουν οι ιστορίες μυστηρίου.

Συνήθως θυμόμαστε και μνημονεύουμε τους σκηνοθέτες και τους ηθοποιούς μιας ταινίας, αλλά οι άλλοι συντελεστές, που χωρίς τη δική τους δουλειά ίσως μια ταινία να μην ήταν το άρτιο σύνολο που ευφραίνει ταυτόχρονα την όραση, την ακοή, το συναίσθημα και τη νόηση, περνούν στα «ψιλά».

Από τον διευθυντή φωτογραφίας –συνήθως μόνο οι σινεφίλ μαθαίνουν το όνομα ενός τόσο σημαντικού προσώπου στην παραγωγή μιας ταινίας– και τον συνθέτη που υπογράφει τη μουσική έως τους σχεδιαστές των κοστουμιών και των σκηνικών, τους μακιγιέρ, τους δημιουργούς των μακετών και των γραφικών και τους βοηθούς κάθε κατηγορίας.

Κάποιοι ίσως κάποια στιγμή βραβευτούν για το έργο τους, αλλά οι πολλοί δεν τους μαθαίνουν ποτέ. Ούτε εγώ, που σήμερα μοιάζει ότι κουνάω το δάχτυλο. Υπόσχομαι να το ψάχνω περισσότερο. Αλλωστε η έβδομη τέχνη συνδυάζει συχνά όλες τις υπόλοιπες έξι, έτσι δεν είναι;

Πηγή: efsyn.gr

Δείτε!


Διαβάστε επίσης!

loading...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *