Με ενδιαφέρει η σχέση της κάμερας με τους χαρακτήρες και τα συναισθήματα

Η «υπογραφή» του Τοντ Χέινς είναι εγγύηση καλής ποιότητας στο σινεμά. Μεγάλωσε στο Λος Αντζελες, όμως καλλιεργήθηκε στο πιο εκλεπτυσμένο περιβάλλον της Ανατολικής Ακτής αποφοιτώντας από κορυφαία πανεπιστήμια. Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 σημάδεψε τον χώρο με έργα που ξεπερνούσαν τα δεδομένα του συμβατικού κινηματογράφου, συμμετέχοντας στο κίνημα «New Queer Cinema», όπου η ομοφυλοφιλία άρχισε να παρουσιάζεται με μεγαλύτερο βάθος, ενταγμένη σε πλατύτερο κοινωνικό πλαίσιο.

Αλλά ο Χέινς δεν αρκέστηκε ποτέ στον τίτλο του «ομοφυλόφιλου σκηνοθέτη». Αν και ο ιδιότυπος σεξουαλικός προσανατολισμός βρίσκεται διάχυτος στις ταινίες του («Ο Παράδεισος Είναι Μακριά», 2002, «Carol», 2015), τα βασικά θέματά του είναι πάντα οι ανθρώπινες σχέσεις έτσι όπως διαμορφώνονται από την ψυχολογία των χαρακτήρων και τα κοινωνικά ταμπού. Εξάλλου οι ταινίες του αποπνέουν εξαιρετική ποιητική και λυρική διάθεση που δεν θα γινόταν να εξηγηθεί παρά μόνο με κάτι αόριστο σαν το ταλέντο.

Στην τελευταία του ταινία «Wonderstruck» (προβάλλεται τώρα στις αίθουσες, στην Ελλάδα), όπου συνεργάζεται για ακόμα μια φορά με τη «μούσα του» Τζούλιαν Μουρ, η αφήγηση μοιάζει περισσότερο με όνειρο που εξελίσσεται χωρίς αντίσταση, μέσα από τον θαυμαστό κόσμο της παιδικής ηλικίας.

Η ταινία παρακολουθεί τις συνδεόμενες ιστορίες δυο παιδιών σε διάστημα 50 χρόνων: ο Μπεν (τον υποδύεται ο Οουκς Φέγκλεϊ του «Pete’s Dragon») ζει με την οικογένειά του στη Μινεσότα το 1977 και το σκάει για να πάει στη Νέα Υόρκη να βρει τον πατέρα του. Κι η Ρόουζ (την υποδύεται η 13χρονη κωφή ηθοποιός Μίλισεντ Σίμοντς) είναι ένα κορίτσι κλειδωμένο σ’ ένα σπίτι, στο Νιου Τζέρσεϊ του 1927, που αποδρά για να πάει, επίσης, στη Νέα Υόρκη, να δει από κοντά την αγαπημένη της ηθοποιό.

• Η ταινία «Wonderstruck» βασίζεται στο παιδικό λογοτέχνημα του Μπράιαν Σέλζνικ. Με ποιους τρόπους σάς επηρέασε το βιβλίο στη μεταφορά της ιστορίας στην οθόνη;

Δεν ήξερα ούτε είχα δει το βιβλίο πριν διαβάσω το σενάριο, το οποίο είχε διασκευάσει ο ίδιος ο Σέλζνικ έχοντας οραματιστεί την αφήγηση διαρθρωμένη στη γλώσσα του κινηματογράφου. Ο Σέλζνικ αγαπάει την ιστορία του κινηματογράφου που είναι μέρος της αφήγησης του «Wonderstruck» και της ιστορίας του Ούγκο, ειδικά όσον αφορά τον βουβό κινηματογράφο.

Κι αυτό συνδέεται με το γεγονός ότι οι πρωταγωνιστές της ταινίας είναι δύο κουφά παιδιά, κάτι που απαιτεί ακόμα περισσότερο την εξάρτηση της ταινίας από το εικαστικό μέρος αντί για τον διάλογο… τη φωτογραφία, τη σκηνογραφία, την εκφραστικότητα των κινήσεων και των προσώπων, αλλά και το μοντάζ.

• Η ταινία σας χρηματοδοτήθηκε από την Amazon, σε μια εποχή όπου εταιρείες σαν την Amazon ή τη Netflix διερωτώνται αν θα πρέπει να ακολουθούν το κλασικό μοντέλο διανομής, δηλαδή να παίζονται οι ταινίες πρώτα στη μεγάλη οθόνη και μετά στη μικρή, ή όχι.

Η Amazon έχει δεσμευτεί να διατηρήσει το σινεμά στη μεγάλη οθόνη και μάλιστα συνεργάζονται με σκηνοθέτες από τη διεθνή κοινότητα. To «Wonderstruck» γυρίστηκε σε φιλμ. Πρόκειται για μια ταινία που αποτίνει φόρο τιμής στο σινεμά και την ιστορία του. Γι’ αυτό και είναι σημαντικό για μένα και τους συνεργάτες μου να τη δουν στη μεγάλη οθόνη.

• Υπάρχει όμως νόημα στο να γυρίζονται οι ταινίες σε φιλμ αφού η ψηφιακή τεχνολογία έχει εξελιχτεί πια τόσο πολύ; Εχει διαφορά, τελικά, για το κοινό;

Απολύτως. Εχει να κάνει με την υφή της εικόνας και το πώς το αρνητικό απαθανατίζει το φως, τη σχέση με το φως. Είναι απόλυτα ξεχωριστό από το ψηφιακό. Εξάλλου πιστεύω ότι σε κάνει να σκεφτείς πού πρέπει να τοποθετήσεις την κάμερα. Μία από τις επιπτώσεις του ψηφιακού μέσου είναι ότι οι κάμερες είναι τόσο ελαφριές που μπορείς να γυρίζεις ασταμάτητα.

Οι περισσότερες ταινίες γυρίζονται στο χέρι στις μέρες μας. Αυτό πάλι σημαίνει ότι χτίζονται στο μοντάζ κι επομένως το πού θα τοποθετηθεί η κάμερα και για ποιο λόγο, ποιου τη ματιά θα υλοποιήσει – όλα αυτά τα πράγματα που για μένα είναι βασικά για το πώς λες μια ιστορία με την κινηματογραφική γλώσσα, έχουν κάπως ξεχαστεί σε σχέση με τον ψηφιακό κινηματογράφο.

Και είναι κρίμα γιατί έτσι υποβαθμίζεται ο κινηματογράφος. Τα ζητήματα αυτά τα τεχνικά της τοποθέτησης της κάμερας κ.λπ. είναι σημαντικά ως προς την ταυτότητα των προσώπων. Η σχέση κάμερας με τους χαρακτήρες και τα συναισθήματα είναι ουσιαστική. Αν πάντοτε τριγυρίζει η κάμερα με τον ίδιο τρόπο χωρίς να αποκτά την οπτική γωνία ενός χαρακτήρα, τότε δεν υπάρχει ειδική ματιά στην ταινία και αμέσως χάνεται ένα κινηματογραφικό στοιχείο όπως και η συναισθηματική σύνδεση. Γι’ αυτό αγαπώ το φιλμ στο σελοφάν.

• Για σας δηλαδή είναι ένα προσωπικό ζήτημα που αφορά τον τρόπο της δουλειάς σας μάλλον και λιγότερο το ίδιο το αποτέλεσμα;

Οχι, ο θεατής αισθάνεται το αποτέλεσμα. Το κοινό μπορεί να μην είναι σε θέση να μιλήσει για τον κόκκο της εικόνας, όμως, άσχετα με το αν το συνειδητοποιούν ή όχι, το αισθάνονται. Ολα τα στοιχεία μιας ταινίας –η σκηνογραφία, τα κοστούμια, η μουσική, ο σχεδιασμός του ήχου– ιδανικά πρέπει να είναι συντονισμένα ώστε να σου δίνουν την αίσθηση μιας ολόκληρης εμπειρίας.

• Στην ταινία σας βλέπουμε την ιστορία μέσα από τα μάτια δύο παιδιών. Μπορείτε να μας πείτε με ποιους τρόπους το κατορθώσατε αυτό ώστε να αποπνέει η ταινία την αίσθηση του δέους που νιώθουν τα παιδιά; Καταφύγατε σε δικές σας αναμνήσεις από την παιδική σας ηλικία;

Το σινεμά είχε μεγάλη σημασία για μένα όταν ήμουν παιδί επηρεάζοντας τη φαντασία και τη δημιουργικότητά μου κατάβαθα. Νομίζω ότι οι ιστορίες των παιδιών αυτών αποπνέουν μια τέτοια αίσθηση, ίσως χάρη στο μυστήριο που προκαλεί ο παραλληλισμός δύο φαινομενικά άσχετων ιστοριών στη Νέα Υόρκη με 50 χρόνια διαφοράς. Το στοιχείο του μυστηρίου είναι αυτό που κρατά το ενδιαφέρον.

Στο τέλος απαντώνται όλα τα ερωτήματα μέσα από το προσωπικό ταξίδι των χαρακτήρων. Μάλιστα σκεφτόμουν ότι η ιστορία δεν εξελίσσεται μέσα από το βίωμα δύο παιδιών μόνο, αλλά δύο παιδιών που πάσχουν από κώφωση. Η εικαστική πληροφορία είναι η βάση του βιώματός τους και γι’ αυτό στην ταινία χρησιμοποιούμε πολλά υποκειμενικά πλάνα με διαφορετικές ταχύτητες.

• Πιστεύετε ότι αυτή η μαγική αίσθηση λείπει από τον κινηματογράφο στις μέρες μας;

Ναι. Νομίζω ότι ακόμα και στην εποχή των εξαιρετικών εφέ και της ψηφιακής τεχνολογίας όπου όλα μπορούν να αναπαραχθούν στην οθόνη, η αίσθηση της μαγείας και του δέους δεν προκαλείται πάντα από την αφθονία, αντίθετα η αφθονία ζαλίζει τις αισθήσεις με υπερβολική πληροφορία και τότε πρέπει να απλοποιείς. Ξέρετε, νομίζω ότι αυτό που δεν βλέπεις και δεν ακούς προκαλεί τον θεατή να βιώσει αυτό που παρακολουθεί με τη συμμετοχή του καθώς συμπληρώνει τα κενά.

• Τι γνώμη έχετε για τη νέα τεχνολογία του Virtual Reality;

Προσωπικά δεν βρίσκω ευχαρίστηση στο VR, και επαναλαμβάνω ότι δεν μ’ ενδιαφέρει αυτή η «αρπαγή» της πραγματικότητας μέσω αυτής της υπερρεαλιστικής τεχνολογικής έκφρασης, όπως ίσως ενδιαφέρει κάποιους άλλους σαν τον Ανγκ Λι. Στην ουσία δεν μ’ ενδιαφέρει να δουν τα μάτια μου περισσότερη πληροφορία.

Ο διευθυντής φωτογραφίας Εντ Λάτσμαν κι εγώ, μάλιστα, επιστρέψαμε στο φιλμ 16 mm όταν γυρίζαμε τη μίνι σειρά του HBO «Προσδοκίες», για τον κόκκο. Η ψηφιακή εικόνα σού επιτρέπει να βλέπεις τα πάντα, πράγμα που χάνει σε κινηματογραφική έκφραση. Για μένα ο κινηματογράφος μάς παραπέμπει σε μια δισδιάστατη εμπειρία, όπως μια εικόνα ζωγραφικής. Ο θεατής είναι αυτός που προσθέτει την τρίτη διάσταση.

Ο θεατής ζωντανεύει τα συναισθήματα. Δεν συντελείται ολόκληρη η εμπειρία από την τεχνολογία. Αν δεν ενδιαφέρεσαι ως θεατής, πρόκειται για έναν απλό αντικατοπτρισμό πάνω στο πανί. Η εικόνα πρέπει να μιλήσει, σε σένα, στη ζωή σου, στον συναισθηματικό σου κόσμο και την ιστορία σου για να αποκτήσει νόημα.

• Βλέπετε τον κόσμο της τηλεόρασης διαφορετικό από τις ταινίες μεγάλου μήκους που προορίζονται για τις αίθουσες;

Είναι ένας εντελώς διαφορετικός τρόπος αφήγησης. Στην τηλεόραση λες την ιστορία σε κομμάτια προσπαθώντας να διατηρήσεις την περιέργεια του θεατή ώστε να θέλει να δει το επόμενο επεισόδιο… Εχω εμπειρία μόνο με τη μίνι σειρά του HBO «Προσδοκίες», όπως μάλλον θα είναι και αυτό που ετοιμάζω τώρα. Μ’ αρέσει πολύ! Ηταν πολύ ενδιαφέρον να παρακολουθείς την εξέλιξη των προσώπων και τις κοινωνικές αλλαγές σε ολόκληρη την περίοδο του μεγάλου κραχ τη δεκαετία του ’30. Σαν να βλέπεις την αλλαγή του χρόνου.

• Τι προκαλεί σε σας την αίσθηση του θαυμαστού;

Ο κινηματογράφος… Τον τελευταίο καιρό βλέπω πολλές ταινίες του Χίτσκοκ για μια άλλη ταινία που ετοιμάζω. Η καριέρα του απλώνεται από την εποχή του βωβού κινηματογράφου ώς το ’70 και έχω μείνει έκθαμβος με αυτά που πέτυχε, την εφεύρεση της κινηματογραφικής γλώσσας και πώς εξελισσόταν ενώ, παράλληλα, κρατούσε και μια συνέχεια. Αυτό μου προκαλεί δέος και μια αίσθηση δημιουργικής δυναμικής.

• Πείτε μας για τη συνεργασία σας με την Τζούλιαν Μουρ.

Αυτή είναι η τέταρτη φορά που συνεργάζομαι με την Τζούλιαν Μουρ αλλά είναι η πρώτη φορά που είχε σχεδόν τριπλό ρόλο και μάλιστα χωρίς διάλογο. Ωστόσο αισθάνομαι ότι πάλι έμαθα πράγματα από τον τρόπο με τον οποίο δουλεύει και τον δυναμισμό της ερμηνείας της, τις εκφράσεις και τα μάτια της.

• Η σιωπή μπορεί να παρθεί και σαν σύμβολο για τη μοναξιά που ζουν αυτά τα παιδιά εγκλωβισμένα στον δικό τους κόσμο;

Σωστά. Ζουν απομονωμένα στη σιωπή όντας αναγκασμένα να βρουν το κλειδί της ζωής μόνα τους. Πιστεύω όμως ότι τα παιδιά έχουν μια θαυμαστή ικανότητα να δέχονται την τύχη τους, όποια κι αν είναι αυτή, ενώ ταυτόχρονα έχουν απίστευτη δύναμη που πηγάζει από τη δημιουργικότητά τους.

• Ως σκηνοθέτης αισθάνεστε ότι η σιωπή είναι δυνατότερη από τον ήχο και η μαυρόασπρη εικόνα από την έγχρωμη;

Στην προκειμένη περίπτωση η δύναμη βρίσκεται στο πώς εναλλάσσονται αυτά με τρόπο που η κανονική ιεραρχία των αισθήσεων αντιστρέφεται, γιατί η πληροφορία δεν δίνεται μέσα από τον διάλογο, αλλά από την παρατήρηση.

Ο κινηματογράφος είναι πρωταρχικά ένα εικαστικό μέσο. Ενώ πολλοί κινηματογραφιστές χρησιμοποιούν τον διάλογο επιτυχώς στις αφηγήσεις τους, από τον Ερνστ Λούμπιτς ώς τον Γούντι Αλεν και τον Κουέντιν Ταραντίνο, νομίζω ότι η εικαστική και η μουσική εμπειρία έρχονται πρώτες.

• Στην ταινία, μου άρεσε πολύ η φράση «το δωμάτιό σου είναι σαν μουσείο». Ως δημιουργός αισθάνεσθε ότι η ζωή σας είναι σαν μουσείο;

Είναι αλήθεια πως η ταινία αναφέρεται στην ιδέα της επιμέλειας. Το πρώτο πράγμα που διαβάζει το αγόρι στο βιβλίο «Wonderstruck», που είναι ένας ξεχασμένος μουσειακός κατάλογος, είναι για την τέχνη του επιμελητή.

Σαν να σου λέει ότι μπορείς να επιμεληθείς τη ζωή σου, μπορείς να διαλέξεις τα πράγματα που σου αρέσουν… Νομίζω ότι αυτό κάνουν και οι σκηνοθέτες. Επιμελούνται ιστορίες περιγράφοντας πράγματα που έχουν νόημα γι’ αυτούς ή είναι σχετικά με το θέμα της ταινίας. Πάντα νιώθω πως διαλέγω πράγματα από γύρω μου συνδυάζοντάς τα μεταξύ τους.

Πηγή: efsyn.gr

Δείτε!


Διαβάστε επίσης!

loading...

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *